Ολα τα νεα μας

Λόγια περί θανάτου

Ο θάνατος είναι ανεπανόρθωτος, τελεσίδικος, ανεπίστρεπτος, αμετάκλητος, μη αναστρέψιμος και αθεράπευτος, το σημείο χωρίς επιστροφή, το οριστικό, το έσχατο, το τέλος των πάντων. Είναι εκεί που τίποτε δεν θα συμβεί πια και τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να δω, να ακούσω, να μυρίσω, να αγγίξω, να απολαύσω ή να θρηνήσω. Και ακριβώς για όλες αυτές τις ιδιότητες που διαθέτει ο θάνατος, δίνει στην ζωή τεράστια σημασία. Για αυτό σίγουρα αξίζει να φιλοσοφήσει κανείς πάνω σε αυτό το συμβάν. Η πιο αληθινή από όλες τις δημοκρατίες είναι η δημοκρατία του θανάτου. Από την στιγμή που γεννιόμαστε όλοι ανεξαιρέτως οδεύουμε προς τον θάνατο και δεν υπάρχει κανείς που να εξαιρείται από αυτό. Όπως το έχει πει ο Καντ ο θάνατος μας εξισώνει όλους. Ενώ όμως ο θάνατος είναι δημοκρατικός, συχνά εμείς οι θνητοί δεν τον αντιμετωπίζουμε εξίσου δημοκρατικά. Ο θάνατος κάποιου άλλου δεν είναι ακόμα ο δικός μου. Η σκέψη του δικού μου θανάτου είναι πάντα αφηρημένη. Μπορώ να βιώσω τον θάνατο του άλλου, αλλά όχι τον δικό μου. Ο θάνατος είναι όπως είπε ο Σαρτρ, η συνέχιση της ζωής δίχως εμένα. Για αυτόν τον λόγο, είναι καταδικασμένος να παραμείνει ακατανόητος για τους ζωντανούς. Στην πραγματικότητα δεν μπορώ να κάνω εικόνα έναν κόσμο που δεν περιλαμβάνει και εμένα και θα κατοικείται μόνο από τους άλλους. Στην ουσία αυτοί που τον κατοικούν μοιραία θα βιώσουν τον αντίκτυπο της ζωής μου που τέλειωσε και εγώ δεν μπορώ παρά να ελπίζω ότι θα τον αναγνωρίσουν. Ο μόνος τρόπος πένθους που μπορώ να αντιληφθώ είναι η απώλεια του άλλου. Και όταν πεθαίνει κάποιος του οποίου η ζωή είναι αλληλένδετη με την δική μου και που τον αγαπώ, πεθαίνει μαζί του ένα ολόκληρο σύμπαν. Ο θάνατος είναι για αυτούς που μένουν πίσω παρά για τον ίδιο τον εκλιπόντα. Όπως έχει πει και ο Μαρξ, ο θάνατος δεν πλήττει εκείνον που θερίζει, αλλά εκείνους που μένουν. Και στην ουσία όταν θρηνώ δεν λυπάμαι για αυτόν που πέθανε, αλλά για τον εαυτό μου. Δεν είναι διόλου σπάνιο όταν ο άλλος πεθαίνει από μία αρρώστια, εγώ να θυμώνω μαζί του γιατί με εγκατέλειψε και με άφησε στην ψάθα. Βιώνω τον θάνατο του άλλου σαν μία προδοσία γιατί πέθανε πριν την ώρα του. Με πιάνει το παράπονο και ρίχνω τις ευθύνες στον εκλιπόντα ακόμα και αν εκείνος δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη. Γιατί χάνω τον άνθρωπο που είναι ενσωματωμένος στη δική μου ύπαρξη. Αυτό που χάνεται δεν είναι μόνο ο αγαπημένος μου αλλά και η σχέση που είχα μαζί του. Και μαζί με αυτήν χάνω το κομμάτι του εαυτού μου που υπήρξε για αυτόν. Κάθε άνθρωπος φέρνει στην επιφάνεια και διαφορετικές πλευρές του εαυτού μου. Και έτσι όταν ο αγαπημένος άλλος πεθαίνει χάνεται και το αντίστοιχο κομμάτι του εαυτού μου και που ήταν απόλυτα συνδεδεμένο με την παρουσία του. Χάνω εν ολίγοις αυτό που εγώ ήμουν για εκείνον. Επομένως, η θλίψη είναι για τον εαυτό μου πρώτα και κύρια. Κι έτσι προκειμένου να αποφύγω να βιώσω αυτή την εγκατάλειψη και να απογυμνωθώ από την έλλειψη του άλλου κάνω οτιδήποτε περνά από το χέρι μου ώστε να αναβάλλω το επικείμενο τέλος του και να πάρω μία παράταση. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, εμφανίζουμε μία αλάθητη τάση να βάζουμε τον θάνατο κατά μέρος, να τον εξαλείφουμε από την ζωή. Αυτή είναι μία τάση που αποκτά σε μεγάλο βαθμό σάρκα και οστά μέσα από την ίδια ιατρική. Για την ακρίβεια  γίνεται από τους θεράποντες γιατρούς μία προσπάθεια αποδόμησης του θανάτου. Πώς γίνεται λοιπόν αυτή η αποδόμηση; Μπροστά σε αυτήν την υπαρξιακή πρόκληση που αντιμετωπίζουν καθημερινά, διαιρούν την κατάσταση του ασθενούς σε αθροιζόμενα προβλήματα που πρέπει να λύνονται με την σειρά. Παίρνουν δηλαδή κάθε πρόβλημα χωριστά που προσπαθούν να το εξουδετερώσουν και να το καταπολεμήσουν, αρκεί να διατίθεται η τεχνογνωσία και τα τεχνικά μέσα, δηλ φάρμακα, που απαιτεί η εφαρμογή αυτής της τεχνογνωσίας. Ψάχνουν να βρουν δηλαδή πίσω από κάθε θάνατο το αίτιο που τον προκάλεσε, υποβαθμίζοντας έτσι τον θάνατο από αναγκαιότητα σε πιθανότητα. Αυτό μπορεί εύκολα κανείς να το διαπιστώσει στο πως εφαρμόζεται σήμερα η ιατρική στη Δύση. Οι γιατροί σήμερα σπάνια γράφουν «φυσικά αίτια» όταν συμπληρώνουν ένα πιστοποιητικό θανάτου. Και μάλιστα στην περίπτωση που δεν μπορούν να εντοπίσουν μία τέτοια αιτία, η αδυναμία τους αυτή θα στιγματιστεί ως ένδειξη επαγγελματικής ανικανότητας. Πρέπει δηλ να επισημαίνεται και να δηλώνεται μια συγκεκριμένη αιτία για κάθε θάνατο, ως νόμιμη αιτία θανάτου. Είναι σαν ο θάνατος να μην μπορεί να δικαιολογηθεί από μόνος του. Πράγματι η έννοια του θανάτου από φυσικά αίτια έχει πέσει σε αχρησία. Σπάνια ακούει κανείς για ανθρώπους που πεθαίνουν από θνητότητα. Έτσι ένα φυσικό συμβάν όπως είναι ο θάνατος παρουσιάζεται ως προϊόν καθαρά ανθρώπινης αποτυχίας που θα μπορούσε να αποτραπεί ή τουλάχιστον μπορεί να αποτραπεί στο μέλλον αρκεί να γίνει περαιτέρω έρευνα και να αναπτυχθούν τα κατάλληλα φάρμακα και οι τεχνικές. Και σε αυτή την αποδόμηση συμμετέχουν αθέλητα και οι ίδιοι οι συγγενείς και φίλοι του αποθανόντα καθώς συνήθως δεν μπορούν να δεχθούν και οι ίδιοι τα φυσικά αίτια στο ερώτημα γιατί τελικά επήλθε ο θάνατος. Πολλές φορές όταν ακούμε για κάποιον που πέθανε, ρωτάμε από τι πέθανε; Σε τελική ανάλυση πέθανε γιατί πολύ απλά είναι θνητός. Έτσι, ο θάνατος αποδομείται καθώς πάντα υπάρχει κάτι καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε ώστε να τον εμποδίσουμε να συμβεί, απλά αυτή την φορά αποτύχαμε. Πρόκειται στην ουσία για μία μάταια ελπίδα, μία ελπίδα που ωστόσο οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι έχει ωθήσει την ιατρική να επιτύχει μία σειρά νικηφόρων μαχών στην αντιμετώπιση ασθενειών. Όμως και αυτές οι νίκες στην πραγματικότητα δεν παύουν να είναι πεπερασμένες μπροστά στην τελική αναμέτρηση με τον θάνατο. Γιατί όσο εξοπλισμένοι κι αν είμαστε, είμαστε ταυτόχρονα και καταδικασμένοι να ηττηθούμε στην τελική σύγκρουση. Το περασμένο καλοκαίρι διάβασα μία ιστορία για το πεπρωμένο του θανάτου σε ένα βιβλίο του Ζαν Μποντριγιάρ με τίτλο Περί Σαγήνης. Και επειδή για κάποιον λόγο με σαγήνευσε αυτή η ιστορία θα ήθελα να την μοιραστώ μαζί σας. Η ιστορία έχει ως εξής: ένας στρατιώτης συναντά τον Θάνατο σε μια γωνιά της αγοράς και του φαίνεται ότι τον είδε να κάνει μία απειλητική χειρονομία εναντίον […]

Read more 0 Comments
Ολα τα νεα μας

Η φαντασμαγορία του καθρέφτη

  Η γυναίκα τοποθετεί τον καθρέφτη στον πυρήνα συγκρότησης του εαυτού της. Καθώς ενατενίζει την εικόνα του σώματός της σε αυτόν στρέφεται προς τον ναρκισσισμό. Και το ιδιαίτερο γνώρισμα του ναρκισσισμού είναι ότι υπάρχει πρώτα από όλα για τον εαυτό του. Εξού και η ανάγκη που έχει η γυναίκα να επιβεβαιώνει διαρκώς την ικανότητά της να γοητεύει και να την καθησυχάζουν διαρκώς για την θηλυκότητά της. Περισσότερο από τον άντρα ο οποίος παροτρύνεται στην κοινωνική επιτυχία, η γυναίκα είναι σώμα. Όπως αναφέρει και ο Αλφρέ ντε Μυσσέ: «δύο πράγματα νικούν τον έρωτα, η φιλοδοξία του άντρα και η φιλαρέσκεια της γυναίκας». Συχνά όταν γίνεται αναφορά στο γυναικείο φύλο, χαρακτηρίζεται ως το ωραίο φύλο. Αυτό που μαθαίνει κάθε γυναίκα είναι ότι η κοινωνία απαιτεί από αυτήν να είναι όμορφη, επιθυμητή και ελκυστική για τον άντρα. Η λατρεία του σώματός της υπαγορεύεται από το ιστορικό της καθήκον να είναι όμορφη. Οι γυναίκες υπάρχουν καταρχάς μέσα από το βλέμμα των άλλων. Ζητούν ακατάπαυστα να αιχμαλωτίζουν το βλέμμα των άλλων, ώστε μέσα από αυτό να συγκροτήσουν τον εαυτό τους. Ο καθρέφτης τις βοηθά όχι μόνο να αντικρίζουν τον εαυτό τους, αλλά και να διακρίνουν πως τις βλέπουν, ακόμα και να σκηνοθετούν το στήσιμό τους όπως επιθυμούν οι άλλοι να τις βλέπουν. Η εξάρτηση από αυτήν την κατοπτρική εικόνα που τους επιστρέφει το βλέμμα των άλλων τείνει να είναι συστατικό στοιχείο του «είναι» τους. Η τάση της γυναίκας προς την ομορφιά μπορεί να απορρέει από την επιθυμία να αρέσει και να τραβά την προσοχή, αλλά πρόκειται ταυτόχρονα και για μία κατάσταση όπου αρκείται στον εαυτό της. Απολαμβάνει την εικόνα του σώματός της και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να προτιμά την διαδικασία της σαγήνευσης από την ίδια την σεξουαλική εμπειρία. Η ικανότητά της να γοητεύει είναι σαν να της προσφέρει μία υποκατάστατη απόλαυση. Μπορεί να επενδύει τόσο πολύ στον εαυτό της που αυτό να μην της επιτρέπει να ανοιχτεί σε μία σχέση. Μπορεί με διάφορα μέσα να προκαλεί το πάθος και κατά τα άλλα να μην την ενδιαφέρει καθόλου να το ικανοποιήσει. Τέτοιες γυναίκες δεν αγαπούν παρά μόνο τον εαυτό τους, σχεδόν τόσο έντονα όσο τις αγαπά ένας άντρας. Ο άντρας από την μεριά του γοητεύεται από αυτήν την απρόσιτη ύπαρξη, αλλά ο ίδιος είναι συνεχώς μέσα στην αμφιβολία γιατί εκείνη είναι τόσο απορροφημένη στον εαυτό της που είναι αδύνατο να την κατακτήσει. Η αυτάρκειά της προκαλεί την επιθυμία γιατί αποτελεί πρόκληση. Μία τέτοια γυναίκα έχει πολλά θύματα στο ενεργητικό της γιατί όσο πιο δύσκολη και αμφίβολη είναι, τόσο πιο γοητευτική και θελκτική γίνεται. Αυτός ο αέρας ανεξαρτησίας που εκπέμπει αφοπλίζει τον άλλον και εκείνη ανυψώνεται στο βάθρο της εκλεκτής ύπαρξης. Μία τάση επιδειξιομανίας που διακρίνει τον σύγχρονο τύπο γυναίκας εδράζεται σε αυτό το ναρκισσιστικό παιχνίδι της στρατηγικής των εντυπώσεων. Είναι μερικές γυναίκες που φροντίζουν να επιδεικνύουν με κάθε τρόπο το σώμα τους και προκαλούν με την εμφάνισή τους. Όμως, αν κάποιος που εκτίθεται σε αυτό το οφθαλμόλουτρο τολμήσει να αγγίξει θα έχει άσχημα ξεμπερδέματα. Αυτό το είδος σεξουαλικού βασανιστηρίου μπορεί κανείς να το συναντήσει οπουδήποτε. Κάποιος καθώς περπατά ανυποψίαστος στον δρόμο μπορεί να δει μία γυναίκα μπροστά του με ένα μπούστο που να ξεχειλίζει και έτοιμο να ξεπεταχτεί από ένα βαθύ ντεκολτέ. Ή μία άλλη που εμφανίζεται κουνάμενη σεινάμενη περιφέροντας τους γοφούς της μέσα σε ασφυκτικά εφαρμοστό παντελόνι ή μίνι φούστα που κόβει την ανάσα. Από τη μία επιδιώκουν να ρίχνουν λάδι στην φωτιά και να αποσπούν τα λιγούρικα βλέμματα στα επίμαχά τους σημεία, ενώ κατά άλλα είναι μη μου άπτου. Θέλουν να προκαλέσουν, αλλά όχι απαραίτητα να ευχαριστήσουν. Η γυναίκα φροντίζει ιδιαίτερα την σωματική της εικόνα με τέτοιο τρόπο ώστε να στηρίξει την ανάτασή της σε μία αιθέρια ύπαρξη. Τα μέσα στα οποία μπορεί να καταφύγει μία γυναίκα προκειμένου να εκπληρώσει τον σκοπό αυτό εκτείνονται από τα ρούχα, τα παπούτσια, τα αξεσουάρ, στις καλλυντικές περιποιήσεις που αποσπούν πολύ χρόνο, ενέργεια και χρήμα και φτάνουν μέχρι και το σκαλοπάτι της αισθητικής χειρουργικής. Η δε μόδα βρίσκει την λειτουργία της στην εξυπηρέτηση αυτής της σκοπιμότητας. Πρόκειται, κατά τα λεγόμενα του Oscar Wilde, «για μία μορφή ασχήμιας τόσο ανυπόφορης, που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες». Με αυτούς τους τρόπους, λοιπόν, προσπαθεί να καταξιώσει το σωματικό της εγώ προσπαθώντας να αγγίξει το ιδανικό της τέλειας ομορφιάς. Άλλωστε το έμβλημα του ναρκισσισμού είναι «όλα ή τίποτα», καθώς η τελειότητα δεν μπορεί να ορίζεται με δόσεις, ούτε να επιμερίζεται. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Στην προσπάθεια της γυναίκας να φτάσει το ιδανικό της αψεγάδιαστης ομορφιάς δημιουργείται μία απόσταση μεταξύ της πραγματικής της εικόνας ως έχει και της εικόνας της που προκύπτει από τα μύρια όσα τεχνάσματα. Έτσι, το σώμα της γυναίκας αποκτά μία αμφίβολη ποιότητα. Για να εκπέμπει τον αισθησιασμό χρειάζεται το πέπλο μία μυστηριώδους θηλυκότητας, χρειάζεται να κατασκευάσει μία μάσκα. Μία γυναίκα έχει την απόλυτη επίγνωση ότι μεταμφιέζεται σε γυναίκα και χρησιμοποιεί το ίδιο της το κορμί ως μεταμφίεση. Και όσο πιο μεγάλη είναι η απόσταση μεταξύ του πραγματικού της σώματος και του τεχνάσματος τόσο πιο μεγάλη είναι η δυσφορία της, η συστολή και η ντροπή. Όσο μεγαλύτερη είναι η δυσαναλογία αυτή που έχει ως βάση την οφθαλμαπάτη, τόσο και πιο μεγάλη είναι η ανασφάλειά της. Όπως αναφέρει και πάλι ο Oscar Wilde, «πολύ μακιγιάζ και λίγα ρούχα αποτελούν πάντα ένα αλάνθαστο σημάδι απελπισίας σε μία γυναίκα». Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η σχέση που έχουν οι γυναίκες με το σώμα τους είναι πολύ επισφαλής και εύθραυστη. Τελικά καθεμιά με λύπη διαπιστώνει ότι αυτό το ιδανικό που τόσο πολύ αναζητά δεν θα το φτάσει ποτέ. Γιατί το ίδιον του ιδανικού είναι ποτέ κανείς να μην μπορεί να το φτάσει. Πάντα κάτι θα λείπει και θα είναι μείον. Και το αίσθημα αυτό της έλλειψης θα είναι όλο και πιο έντονο στην περίπτωση που μία γυναίκα έχει αξία μόνο και μόνο για την ομορφιά της. Γιατί, καθώς αναφέρει ο Λα Ροσφουκώ «λίγες είναι οι γυναίκες που η αξία τους διαρκεί περισσότερο από την ομορφιά τους». Και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές καθώς η δύναμη που απορρέει από την εξωτερική εμφάνιση αρχίζει να ξεφτίζει στο πέρασμα του χρόνου. Πρόκειται […]

Read more 0 Comments
Ολα τα νεα μας

Στους δύο χωρα και ένας τρίτος

Στην ουσία το ερώτημα είναι: μπορεί ο άλλος να μου ανήκει; Όταν είμαι με τον άλλον ζευγάρι τίποτα δεν μπορεί να μου εξασφαλίσει την ιδιοκτησία πάνω του. Μπορεί κατά τα άλλα να υπάρχει εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του, όμως παρόλα αυτά υπάρχει ένα ρίσκο. Ο άλλος πάντα μου διαφεύγει γιατί πολύ απλά δεν μπορώ να βρίσκομαι στο κεφάλι του. Δεν μπορώ να έχω πρόσβαση στις μύχιες σκέψεις του, για αυτό η επιθυμία του άλλου είναι αινιγματική για μένα. Και προκειμένου να λύσω αυτό το μυστήριο χρειάζομαι διαβεβαιώσεις: «θα με αγαπάς και θα με θέλεις πάντα;», «θα κουραστείς ποτέ μαζί μου;». Και επειδή ποτέ δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος ρωτώ ξανά και ξανά. Στην ουσία η επιθυμία μου ο άλλος να είναι το αποκλειστικό μου κτήμα σημαίνει ότι αναγνωρίζω ότι είναι αδύνατον να μου ανήκει. Αυτή η επιθυμία για την ερωτική αφοσίωση έχει τις ρίζες της στις πρωταρχικές σκηνές που βίωσα στην σχέση με τους γονείς μου. Αναζητώ στην ενήλικη αγάπη αυτή την αίσθηση ενότητας που είχα κάποτε με τη μαμά μου. Όμως, και αυτή η οικειότητα που ψάχνω δεν είναι παρά μία φαντασίωση. Γιατί μπορεί στις απαρχές της ζωής μου η μαμά μου να ήταν τα πάντα για εμένα, όμως, εγώ δεν ήμουν αντίστοιχα τα πάντα για εκείνην. Μπορεί όλος μου ο κόσμος μου να περιστρεφόταν γύρω από αυτήν, όμως η μαμά μου μαζί με εμένα είχε και τόσο άλλα πράγματα να κάνει. Ήταν αδύνατο για εμένα να ικανοποιήσω όλες τις επιθυμίες της. Πάντα εκείνη θα είχε γενικά επαφές και με άλλους ανθρώπους και ακόμα πιο στενές ειδικά με τον μπαμπά. Τελικά ούτε και η μαμά μου ήταν ποτέ απόλυτα πιστή, ούτε καν τότε. Στην ουσία, η πρώτη ερωτική μου σχέση ήταν κάποτε με κάποιον «παντρεμένο». Από την αρχή της ζωής μου μεγάλωσα σε μία σχέση υπό την σκιά ενός τρίτου. Η «μονογαμία» στην σχέση με τη μαμά μου μπορεί να ήταν για μένα η επιθυμητή, όμως η «πολυγαμία», καθώς εισέβαλλε και ο μπαμπάς μου σε αυτήν, ήταν η πραγματική σχέση. Η προδοσία είναι για μένα ήδη υπαρκτή από τα γεννοφάσκια μου. Παρόλο που η απιστία είναι η πρώτη γνώση, αναζητώ την μονογαμία ως το ιδανικό για την σχέση μου στην ενήλικη ζωή. Θέλω πάνω από όλα να ξεχωρίζω για τον άλλον. Γιατί για να επιλέξει να είναι μαζί μου αυτό σημαίνει ότι γύρισε την πλάτη σε άλλες αγκαλιές. Αυτή η προτίμηση του άλλου με κάνει μοναδικό. Και επειδή δεν θέλω καθόλου να πέσω από ένα τέτοιο ύψος, ζητώ από τον άλλον να με προφυλάξει από την μανία των συγκρίσεων. Πρόκειται για μία προσπάθεια που κινείται με γνώμονα την ασφάλεια που θα με ανακουφίσει από το αίσθημα της έλλειψης που πηγάζει από την αίσθηση ότι δεν είμαι τα πάντα για τον άλλον. Όμως, αυτή η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι παρά μία υπόσχεση. Και αν τυχαίνει να είμαι απόλυτα πεπεισμένος για αυτήν, τότε η σχέση μου ερημώνεται από την επιθυμία. Γιατί στις παρυφές της επιθυμίας υπάρχει ένας τρίτος, είτε αυτός είναι ένα πρόσωπο πραγματικό, είτε πρόκειται για μία φαντασίωση. Πώς μπορώ αλλιώς να αισθάνομαι ότι είμαι τα πάντα για τον άλλον, όταν δεν υπάρχει ένας τρίτος στον ορίζοντα; Ο τρίτος είναι πάντα το κάτι άλλο. Είναι το σημείο στήριξης στην ισορροπία μεταξύ των δύο. Για να υπάρχει επιθυμία δεν αρκεί μόνο η παρουσία του συντρόφου, πρέπει να υπάρχει ταυτόχρονα και ένας αντίζηλος. Ο αντίζηλος είναι αυτός που ρίχνει περισσότερο φως στον σύντροφό μου. Πώς θα μπορούσε να σταθεί το ίδιο το ζευγάρι αν δεν αντιστεκόταν στην εισβολή ενός τρίτου;  Γιατί αν ο τρίτος, είτε είναι προσωποποιημένος είτε όχι, δεν υπάρχει ως σημείο αναφοράς δεν μπορώ να καταλάβω αν ξεχωρίζω τελικά για τον σύντροφό μου ή όχι. Μόνο η παρουσία του τρίτου μου υποδεικνύει ότι ο σύντροφός μου συνεχίζει να με επιλέγει. Με άλλα λόγια, αν δεν υπάρχει τρίτος, τότε δεν υπάρχει και επιλογή, δεν υφίστανται οι προτιμήσεις. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ξέρω αν έχω την μερίδα του λέοντος στην καρδιά του συντρόφου μου. Βέβαια άλλες φορές ο τρίτος υπάρχει στην φαντασία και άλλες φορές εμφανίζεται στην πραγματικότητα με σάρκα και οστά. Όπως λέει και ο Αλέξανδρος Δουμάς, «τα δεσμά του γάμου είναι τόσο βαριά που για να τα σηκώσουν χρειάζονται δύο, μερικές φορές και τρεις».  Η παρουσία του τρίτου εκφράζει μία πλευρά του εαυτού μου η οποία δεν είναι ζωντανή μέσα στην σχέση. Γιατί καθώς κάθε σχέση είναι διαφορετική είμαι και εγώ  διαφορετικός μέσα σε αυτήν την άλλη σχέση. Το θέμα είναι αν γίνεται το πέρασμα από την φαντασία στην πράξη. Τι είδους πίστη τελικά αναζητώ από τον σύντροφό μου και κατά πόσο η φαντασίωση πρέπει να είναι πιστή; Γιατί αν δεν αναγνωρίζω στον άλλον ότι μπορεί να έχει επιθυμίες που δεν με συμπεριλαμβάνουν, τότε οι προσδοκίες που χτίζω είναι σαν τα παλάτια στην άμμο. Πάντα υπάρχει ένα κάλεσμα προς κάπου αλλού στην φαντασίωση, εκτός και αν είμαι ερωτευμένος. Αν είμαι ερωτευμένος τότε είμαι πιστός, όμως αυτή η γνώση αφορά τον εαυτό μου και μόνο γιατί για τον άλλον και πάλι δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.  Στην πραγματικότητα δεν μπορώ να αποσπάσω την πίστη που αναζητώ από την φαντασίωση, καθώς η φαντασίωση δεν είναι πιστή εξορισμού. Αυτό είναι κάτι που μπορώ και το βλέπω στον εαυτό μου. Το να επιλέγω να είμαι πιστός δεν σημαίνει ότι επιλέγω να μην νιώθω την επιθυμία για κανέναν άλλον, να μην έχω μάτια παρά μόνο για τον ερωτικό μου σύντροφο. Όπως αναφέρει και ο Robert de Flers, «πίστη είναι η τέχνη να διαπράττεις απιστία με την σκέψη». Και αυτή η πραγματικότητα είναι ίσως κάτι που μπορώ να αποδεχθώ για τον εαυτό μου, αλλά πιθανόν να τρέμω στην σκέψη ότι το ίδιο πιστεύει και εκείνος για τον εαυτό του. Πολύ σοφά ο Μάρσελ Προυστ είπε ότι «θεωρούμε αθώα την δική μας επιθυμία, αλλά φρικιαστική την επιθυμία του άλλου». Άραγε γιατί κάτι που κάνω εγώ ο ίδιος είναι τόσο απειλητικό όταν το συναντώ στην αντίπερα όχθη; Στην πραγματικότητα η παραδοχή του τρίτου ουσιαστικά είναι μία αναγνώριση της ερωτικής ετερότητας του συντρόφου μου, μία παραδοχή ότι η σεξουαλικότητά του δεν μου ανήκει. Και όσο […]

Read more 0 Comments
Κριση ΠανικουΟλα τα νεα μας

Ο χωρισμός με ή χωρίς διαζύγιο και τα στάδιά του

Ο χωρισμός από τη συντροφική σχέση είναι μία από τις πιο στρεσογόνες αλλαγές στη ζωή του ανθρώπου. Προκαλεί δηλαδή έντονο άγχος και στρες, ακόμη δε περισσότερο, στην περίπτωση διαζυγίου ή ύπαρξης παιδιών. Όπως κάθε απώλεια, έτσι κι ο χωρισμός από έναν άνθρωπο που ήταν σημαντικός στη ζωή μας περιλαμβάνει πένθος. Χρειάζεται να πενθήσουμε για την απώλεια του συντρόφου, προκειμένου να προχωρήσουμε. Τα στάδια του χωρισμού Το πένθος περιλαμβάνει συνήθως κάποια στάδια τα οποία βιώνει ο άνθρωπος, όχι απαραίτητα με την παρακάτω σειρά που θα αναφερθούν: 1) Σοκ, κυρίως στις περιπτώσεις που ο χωρισμός είναι μονόπλευρη απόφαση. 2) Άρνηση αποδοχής του χωρισμού. Οι άνθρωποι χρειάζονται συνήθως κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα – που ποικίλει πολλές φορές ανάλογα και με τη διάρκεια της σχέσης – προκειμένου να αρχίσουν να αισθάνονται ότι έχουν χωρίσει από το σύντροφό τους. 3) Θυμός προς το σύντροφο, για όλα αυτά που δεν έλαβαν από τη σχέση, για τη στάση του, για όσα προσέφεραν οι ίδιοι και δεν αναγνωρίστηκαν. 4) Έντονη θλίψη κι απαισιοδοξία. Σε αυτή τη φάση – η οποία μπορεί να εναλλάσσεται με αυτή του θυμού – ο άνθρωπος πενθεί για τη χαμένη του σχέση, αισθάνεται φόβο για το μέλλον, μοναξιά κι απομονώνεται. Συχνά εμφανίζει διαταραχές στον ύπνο, αύξηση ή μείωση βάρους, ψυχοσωματικά συμπτώματα, εξαρτήσεις (αύξηση καπνίσματος, κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, κατάχρηση Η/Υ και τηλεόρασης). 5) Διαπραγμάτευση – παζάρεμα. Σε αυτό το στάδιο ο άνθρωπος διαπραγματεύεται τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο χωρισμός. Η διαπραγμάτευση αυτή μπορεί να συνοδεύεται κι από αισθήματα ενοχής. 6) Αποδοχή της απώλειας. Σε αυτή τη φάση ο άνθρωπος αρχίζει να ανασυγκροτείται, να αισθάνεται ανακούφιση ή και ενθουσιασμό για τη ζωή που ανοίγεται μπροστά του ή για το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας νέας σχέσης. Κάποιοι μπορεί να βιώνουν απάθεια στο ενδεχόμενο δημιουργίας μιας νέας σχέσης, είναι όμως απαλλαγμένοι από βαριά συναισθήματα. Χρειάζεται να τονίσουμε ότι κάθε αλλαγή – όπως είναι ένας χωρισμός – έχει απώλεια, αλλά και κέρδος ή ευκαιρίες. Πολλοί άνθρωποι έχουν την ευκαιρία, σε αυτή τη φάση, να ασχοληθούν περισσότερο με τον εαυτό τους, με την εμφάνισή τους, με επαγγελματικά τους θέματα, να διευρύνουν τον κύκλο τους και να ασχοληθούν με κάποιο χόμπι ή σπορ που ανέκαθεν ήθελαν. Τα στάδια του χωρισμού. Όλα τα παραπάνω στάδια είναι πολύ χρήσιμα – ειδικά όταν συνδυάζονται με ψυχοθεραπεία – καθώς μέσα από αυτά ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του. Το να μπορέσει κάποιος να καταλάβει τι γινόταν σε μια σχέση, τι προσωπικές ανάγκες προσπαθούσε να καλύψει, τι ρόλο είχε ο ίδιος αλλά και ο σύντροφός του, τι φόβους έχει για το μέλλον αποτελούν έναν εξαιρετικά χρήσιμο κι απαραίτητο οδηγό για τις μετέπειτα σχέσεις του. Υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που λειτουργούν ανακουφιστικά – ή επιβαρυντικά – σε ένα χωρισμό, όπως η ύπαρξη ή μη ενός οικογενειακού / φιλικού δικτύου υποστήριξης, η προσωπικότητα και τα προηγούμενα επίπεδα αυτοεκτίμησής μας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας δίνεται έμφαση στο φόβο της απώλειας και της μοναξιάς, σε μη ρεαλιστικές προσδοκίες από το σύντροφο (π.χ. ο σύντροφος σωτήρας), στη συνειδητοποίηση δυσλειτουργικών ρόλων, μοτίβων και συμπεριφορών στη σχέση και στην αυτοεκτίμηση του ατόμου. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν να βιώσουν τα δυσάρεστα συναισθήματα του χωρισμού ή το αίσθημα μοναξιάς και δημιουργούν αμέσως μια νέα σχέση. Αυτό δε σημαίνει ότι δε θα βιώσουν δυσάρεστα συναισθήματα ή ότι άλυτα δικά τους θέματα που παρενέβαιναν στην προηγούμενη σχέση δε θα επανεμφανιστούν στην επόμενη. Όταν αυτό είναι ένα μοτίβο ζωής, οι άνθρωποι συνήθως προσπαθούν να καλύψουν όλες τις ανάγκες τους μέσα από μια συντροφική σχέση, δημιουργώντας έτσι συνθήκες εξάρτησης. Στην περίπτωση του διαζυγίου, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι σύντροφοι είναι περισσότερες, ειδικά εάν υπάρχουν και παιδιά. Οι προσδοκίες για κοινή ζωή και για μια μελλοντική επένδυση είναι συχνά μεγαλύτερες. Ο γάμος είναι μια υπόσχεση δέσμευσης μεταξύ δύο ανθρώπων, αλλά και δέσμευσης απέναντι στην κοινωνία – με ό,τι διάσταση παίρνει κάτι τέτοιο στον καθένα. Φυσικά και κανείς δεν παντρεύεται με την προοπτική να πάρει διαζύγιο. Όταν όμως η σχέση του ζευγαριού είναι συγκρουσιακή ή αποξενωμένη αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στα παιδιά, εφόσον υπάρχουν. Έτσι είναι προτιμότερο το ζευγάρι να χωρίζει, αλλά να μπορεί να συνεργαστεί και προς όφελος των παιδιών. Στην πραγματικότητα πολλά διαζύγια είναι συγκρουσιακά, κι αυτό επηρεάζει ιδιαιτέρως αρνητικά την ψυχολογία των παιδιών. Η ιδιότητα του συντρόφου υπερτερεί έναντι της ιδιότητας του γονιού κι έτσι τα παιδιά γίνονται το «μέσο» εκτόνωσης όλης της σύγκρουσης. Κυριαρχούν συχνά οι αλληλοκατηγορίες και οι πρώην σύντροφοι προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια και την αγάπη του παιδιού. Πολλές φορές ο ένας γονιός κατηγορεί τον άλλο στο παιδί ότι δε νοιάζεται αρκετά. Αισθάνονται απειλημένοι από τον πρώην σύντροφο και δυσκολεύονται να αποδεχτούν συναισθηματικά ότι το παιδί χρειάζεται να αισθάνεται ότι αγαπιέται και από τους δύο γονείς του. Τα παιδιά από μεριάς τους αντιλαμβάνονται αυτή την αγωνία του γονιού και τη χρησιμοποιούν προς όφελός τους: «Θα πάω να μείνω στον μπαμπά» (ή στη μαμά, αναλόγως με το ποιος έχει την κηδεμονία) είναι μια συχνή απειλή των παιδιών για να τρομοκρατήσουν επιπλέον τον ήδη τρομοκρατημένο γονιό, αν θέλουν να κερδίσουν κάτι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Όταν η σχέση είναι τόσο συγκρουσιακή μεταξύ των πρώην συζύγων συχνά τα παιδιά εμφανίζουν διάφορα προβλήματα – λόγου και σχολικής απόδοσης, συμπεριφοράς ή  συναισθηματικών διαταραχών. Έχω συναντήσει γονείς που είναι τόσο πληγωμένοι από τον πρώην σύντροφό τους που εμπλέκονται σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες και εξωδικαστικές συγκρούσεις, μολονότι τα παιδιά εκδηλώνουν δυσάρεστα συμπτώματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ο κάθε γονιός να ασχοληθεί με τα δικά του τραύματα γύρω από τη σχέση, προκειμένου να βοηθήσει τελικά και το παιδί του. Όταν οι χωρισμένοι γονείς μπορούν να συνεργαστούν προς όφελος του παιδιού δημιουργούν ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον, που είναι σαφώς προτιμότερο από το να παραμένουν μαζί σε μια δυσλειτουργική σχέση. Τα στάδια του χωρισμού – Σύνοψη Συνοψίζοντας, ο χωρισμός (με ή χωρίς διαζύγιο και παιδιά) περιλαμβάνει κάποια στάδια ψυχικής επεξεργασίας απαραίτητα προκειμένου να προχωρήσει κάποιος στη ζωή του, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να μην επαναλάβει τα ίδια δυσλειτουργικά μοτίβα. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως μέσω της ψυχοθεραπείας. Όταν υπάρχουν παιδιά οι καταστάσεις γίνονται πιο σύνθετες, καθώς χρειάζεται να είναι σε προτεραιότητα το συμφέρον των […]

The post Ο χωρισμός με ή χωρίς διαζύγιο και τα στάδιά του appeared first on Αρετή Δρακάκη.

Read more 0 Comments
Κριση ΠανικουΟλα τα νεα μας

Τι είναι η Ψυχοθεραπεία; Σε ποιους απευθύνεται και ποια τα οφέλη της

Ψυχοθεραπεία είναι η θεραπευτική αλληλεπίδραση ή το θεραπευτικό συμβόλαιο μεταξύ ενός εκπαιδευμένου επαγγελματία κι ενός πελάτη (ή αλλιώς θεραπευόμενου), ενός ζευγαριού, μιας οικογένειας ή μιας ομάδας. Εκπαιδευμένος επαγγελματίας μπορεί να είναι ένας ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής ή ψυχίατρος. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται να έχει εκπαιδευτεί, εκτός από τις βασικές του σπουδές, σε κάποια θεραπευτική προσέγγιση. Επιπλέον είναι πολύ σημαντικό ο εκπαιδευμένος επαγγελματίας να έχει επαρκή εμπειρία προσωπικής ψυχοθεραπείας. Τι είναι η ψυχοθεραπεία Η ψυχοθεραπεία είναι ένας γενικός όρος για τη θεραπεία ψυχολογικών θεμάτων. Είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Η ψυχοθεραπεία στοχεύει στην αυτογνωσία – η οποία δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Ελάχιστοι άνθρωποι διαθέτουν υψηλά επίπεδα αυτογνωσίας. Αυτογνωσία σημαίνει να γνωρίζω καλά τον εαυτό μου. Σημαίνει να μπορώ να ερμηνεύσω τη συμπεριφορά μου, να είμαι σε επαφή με τα συναισθήματά μου, να αναγνωρίζω τα δυνατά μου σημεία, αλλά κι αυτά που δυσκολεύουν εμένα ή τους άλλους. Μέσα από τη θεραπεία μπορεί κάποιος να κατανοήσει τον εαυτό του, να εμπιστευτεί τις δυνατότητές του και να επεξεργαστεί τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σε διάφορα επίπεδα. Σε ποιους απευθύνεται Δεδομένου λοιπόν ότι η ψυχοθεραπεία στοχεύει στην αυτογνωσία, μπορούμε να πούμε ότι απευθύνεται σε όλους. Αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις που κάποια άτομα προσέρχονται στη θεραπεία, κατόπιν παρότρυνσης ή πίεσης από κάποιο στενό τους πρόσωπο (συχνά ο σύντροφος γίνεται ο σημαντικότερος μοχλός πίεσης), συνήθως οι άνθρωποι ξεκινούν έχοντας κάποιο αίτημα. Αίτημα μπορεί να είναι ένα πρόβλημα ή ένας προσωπικός στόχος. Είναι σημαντικό να αποσαφηνίσουμε το τι σημαίνει προσωπικός στόχος. Είχε έρθει κάποια στιγμή στο γραφείο μου μια γυναίκα, η οποία είχε χάσει μόλις τον άντρα της από κάποια ασθένεια, και δεν μπορούσε να αντέξει τη μοναξιά της. Στόχος της ήταν λοιπόν να βρει αμέσως κάποιον άλλον άντρα για να καλύψει το αίσθημα της μοναξιάς που βίωνε. Αυτό όμως δεν αποτελεί προσωπικό στόχο ή αίτημα. Η εύρεση ενός συντρόφου εξαρτάται βεβαίως σε μεγάλο βαθμό από εμάς, αλλά υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι είναι έξω από το δικό μας έλεγχο. Από την άλλη ένας ψυχολόγος δε λειτουργεί ως ενδιάμεσος κρίκος προκειμένου να επιτευχθεί μια γνωριμία μεταξύ δύο ανθρώπων. Για όλους αυτούς λόγους δεν υπήρχε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσωπικό αίτημα. Οι προτάσεις μου σχετίζονταν με την επεξεργασία της σημαντικής πρόσφατης απώλειας που βίωσε, αλλά και την επεξεργασία της ίδιας της σχέσης, που όπως δήλωσε δεν ήταν καλή. Αν δεν έχω επεξεργαστεί το τι γινόταν σε μια σημαντική μεγάλη σχέση, το πιθανότερο είναι ότι θα επαναλάβω τα ίδια κι ότι θα είμαι δέσμιος του φόβου της μοναξιάς – δηλαδή ο φόβος της μοναξιάς θα καθορίζει τις επιλογές μου, οι οποίες όμως τελικά δε θα με ικανοποιούν. Οι στόχοι στην ψυχοθεραπεία Το αίτημα χρειάζεται λοιπόν να είναι ένας στόχος, ο οποίος δεν εξαρτάται από άλλους. Δεν μπορώ για παράδειγμα να ζητήσω στη δική μου θεραπεία να αλλάξει κάποιος άλλος, π.χ. ο σύντροφος, ο γονιός, ο φίλος, ο προϊστάμενος κ.λπ. Στόχος είναι να αντιμετωπίζουμε εμείς διαφορετικά τις καταστάσεις. Συχνά όταν αλλάζουμε εμείς επιφέρουμε αλλαγές και στο περιβάλλον μας και στους άλλους, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της δικής μας μετακίνησης. Έτσι λοιπόν τα αιτήματα κατά την ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι πολλά και ποικίλα. Μπορεί να αφορούν στον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους, όπως η διαχείριση μιας δύσκολης σχέσης (οικογενειακής, συντροφικής, επαγγελματικής) ή ενός χωρισμού, η έλλειψη διεκδικητικότητας, κ.λπ. Πολλές φορές όμως το αίτημα σχετίζεται με την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, αναποφασιστικότητα, κυκλοθυμία, καταθλιπτική διάθεση, κακή εικόνα εαυτού, ψυχοσωματικά συμπτώματα (σωματικά συμπτώματα που δεν έχουν οργανική αιτία), φοβίες, κ.λπ. Σε άλλες περιπτώσεις μακροπρόθεσμος στόχος μπορεί να είναι ο διαχωρισμός από τους γονείς. Το να κρατήσει δηλαδή κάποιος ως κληρονομιά από τους γονείς του τα στοιχεία που αισθάνεται ότι είναι χρήσιμα για τη δική του ζωή και να αποβάλλει αυτά που αποδεικνύονται μη λειτουργικά και δυσχεραίνουν τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους. Άλλοι μακροπρόθεσμοι στόχοι είναι συνήθως η δημιουργία ενός αισθήματος εσωτερικής ασφάλειας, έτσι ώστε το άτομο να μη βιώνει φόβο, εκεί που δεν υπάρχει υπαρκτή απειλή ή η αίσθηση αξίας για τον εαυτό μας. Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας Η ψυχοθεραπεία είναι μια σύνθετη διαδικασία που κινείται σε επίπεδο τόσο νοητικό, όσο και συναισθηματικό. Το άτομο δηλαδή, με τη βοήθεια του επαγγελματία, καταλήγει σε συνειδητοποιήσεις για τον εαυτό του και για τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται, τις οποίες αντιλαμβάνεται νοητικά και βιώνει συναισθηματικά. Η σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου γίνεται μια «πρόβα» για την έξω ζωή. Το άτομο μπορεί να δοκιμάσει νέες συμπεριφορές ή έκφραση συναισθημάτων, στο ασφαλές πλαίσιο της θεραπείας, κι έπειτα να τα εφαρμόσει στο περιβάλλον του. Χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η ψυχοθεραπεία δεν περιλαμβάνει λήψη φαρμάκων. Όταν το άτομο υποφέρει από κάποια συμπτώματα, όπως συχνές κι έντονες κρίσεις πανικού, βαριάς μορφής κατάθλιψη ή άλλες σοβαρές διαταραχές της διάθεσης είτε άλλα συμπτώματα που δυσχεραίνουν σημαντικά την επαφή του με το περιβάλλον, ο θεραπευόμενος μπορεί (κάποιες φορές είναι μάλιστα και αναγκαίο), παράλληλα με την ψυχοθεραπεία, να λάβει και φαρμακευτική αγωγή, η οποία όμως χορηγείται από τον ψυχίατρο. Τα οφέλη της ψυχοθεραπείας Τα οφέλη της ψυχοθεραπείας είναι πολλά και σε πολλαπλά επίπεδα. Μπορεί να βελτιώσει: τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους, έτσι ώστε να εμπλεκόμαστε στις σχέσεις με πιο υγιή και λειτουργικό τρόπο, επαγγελματικά μας θέματα – καθώς η επαγγελματική μας ταυτότητα, η συμπεριφορά μας και τα συναισθήματα που έχουμε για την εργασία μας δεν είναι αποκομμένα από αυτό που συνολικά είμαστε, την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας, κ.λπ.   Αναφέρω χαρακτηριστικά την περίπτωση άντρα ο οποίος βίωνε κατάθλιψη, που τον εμπόδιζε να βγει από το σπίτι – κι επομένως δεν εργαζόταν – έκανε κατάχρηση αλκοόλ και είχε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Μετά από δυόμισι χρόνια ψυχοθεραπείας, κατάφερε σταδιακά να ξεπεράσει την κατάθλιψη που βίωνε και τον κρατούσε στο σπίτι, να περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση αλκοόλ, άρχισε να εργάζεται και να είναι αποδοτικός και να σχετίζεται με τους άλλους με πιο υγιή τρόπο. Συνοψίζοντας, η ψυχοθεραπεία μπορεί να επιφέρει ανακούφιση, αρχικά σε ένα πρώτο επίπεδο, που σχετίζεται με αλλαγές στη συμπεριφορά και τους ρόλους μας. Όσο η διαδικασία προχωράει, τόσο το άτομο επεξεργάζεται βαθύτερα θέματα, όπως είναι η αίσθηση αξίας για τον εαυτό του και η ανάπτυξη […]

The post Τι είναι η Ψυχοθεραπεία; Σε ποιους απευθύνεται και ποια τα οφέλη της appeared first on Αρετή Δρακάκη.

Read more 0 Comments
Κριση ΠανικουΟλα τα νεα μας

Βιογραφικό σημείωμα: Το εργαλείο “Marketing” του υποψηφίου

Το βιογραφικό σημείωμα αποτελεί την πρώτη επαφή του υποψηφίου με το μελλοντικό εργοδότη. Είναι ο αρχικός τρόπος να προβάλει κάποιος τον εαυτό του, προκειμένου να διεκδικήσει τη θέση εργασίας που επιθυμεί. Σημαντική προϋπόθεση είναι ο υποψήφιος να έχει αποσαφηνίσει το στόχο του. Οι άνθρωποι έχουν αποκομίσει εμπειρίες, μέσα από διάφορες αρμοδιότητες που είχαν, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να αναδειχτεί η εμπειρία ή οι δεξιότητες που σχετίζονται με τον επιδιωκόμενο στόχο – θέση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο υποψήφιος ενθαρρύνεται να αναφέρει αναληθή στοιχεία. Διαφορετικά άτομα μπορεί να περιγράψουν με διαφορετικό τρόπο τις ίδιες αρμοδιότητες. Ο τρόπος λοιπόν με τον οποίο ο υποψήφιος θα προβάλει τα επιτεύγματα ή τις αρμοδιότητές του είναι εξαιρετικής σημασίας. Ο ενδιαφερόμενος χρειάζεται να έχει υπόψιν του ότι το βιογραφικό του θα καταλήξει στα χέρια ενός ατόμου το οποίο λαμβάνει και διαβάζει καθημερινά μεγάλο αριθμό βιογραφικών – ιδιαίτερα στην περίπτωση εταιριών επιλογής προσωπικού. Έτσι το άτομο που αξιολογεί βιογραφικά αφιερώνει συνήθως ελάχιστο χρόνο για κάθε βιογραφικό. Για το λόγο αυτό το βιογραφικό σημείωμα χρειάζεται να είναι ευανάγνωστο κι ελκυστικό ώστε να καταφέρει να «δεσμεύσει» τη ματιά του αξιολογητή για περισσότερο χρόνο. Ένα βιογραφικό δε χρειάζεται να είναι πολύ μεγάλο και «φορτωμένο» – γιατί κουράζει τον αναγνώστη, ο οποίος καταλήγει να μην το διαβάσει ολόκληρο. Έτσι πιθανόν ο αναγνώστης να παραβλέψει να εντοπίσει τα σημαντικά στοιχεία για τη θέση, τα οποία ενδέχεται να βρίσκονται σε ένα μακροσκελές βιογραφικό. Από την άλλη το βιογραφικό δεν πρέπει να παραλείπει σημαντικές πληροφορίες που θα βοηθήσουν αυτόν που το λαμβάνει να κατανοήσει την εμπειρία και τις αρμοδιότητες του υποψηφίου. Πολλοί υποψήφιοι, καθώς οι ίδιοι γνωρίζουν ακριβώς το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους εντός της εταιρίας στην οποία εργάστηκαν, δε γίνονται όσο αναλυτικοί χρειάζεται, με αποτέλεσμα ένα άτομο εκτός της εταιρίας τους να μην μπορεί να κατανοήσει με τι έχουν ασχοληθεί. Αυτό μάλιστα είναι κάτι που παρατηρείται συχνά και στις συνεντεύξεις με υποψήφιους εργοδότες. Έτοιμες φόρμες βιογραφικών που κυκλοφορούν κατά κόρον στο internet οπωσδήποτε δεν καταφέρνουν να ξεχωρίσουν. Κάποια από αυτά είναι μάλιστα και εξαιρετικά δυσανάγνωστα. Από την άλλη, η αποστολή μαζικών βιογραφικών μέσω site εύρεσης εργασίας, με έτοιμο format, δείχνουν έλλειψη ενδιαφέροντος. Το βιογραφικό βέβαια δε χρειάζεται να είναι τόσο πρωτότυπο ώστε να καταλήγει να στερείται σοβαρότητας. Απεναντίας το «στήσιμο» του βιογραφικού χρειάζεται να είναι αρκετά σοβαρό. Εξαιρούνται τα βιογραφικά που στοχεύουν σε θέσεις στις οποίες η δημιουργικότητα είναι το βασικό ζητούμενο, π.χ. σε διαφημιστικές εταιρίες, στις οποίες ο υποψήφιος χρειάζεται να επιδείξει, από την πρώτη κιόλας επαφή με τον υποψήφιο εργοδότη, ότι διαθέτει αντίστοιχες δεξιότητες. Αντίστοιχα, εάν ο υποψήφιος αποφασίσει να βάλει τη φωτογραφία του στο βιογραφικό, αυτή χρειάζεται να είναι αρκετά σοβαρή κι όχι, για παράδειγμα, από κάποια νυχτερινή έξοδο. Καθώς το βιογραφικό σημείωμα εναπόκειται και σε υποκειμενικά κριτήρια του κάθε αξιολογητή, οι απόψεις σχετικά με άλλα σημεία μπορεί να διίστανται. Κάποιοι για παράδειγμα θεωρούν ότι χρειάζεται να αναφέρονται τα ενδιαφέροντα του υποψηφίου, καθώς τους βοηθούν να διαμορφώσουν μια πληρέστερη εικόνα για αυτόν, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι τα ενδιαφέροντα του υποψηφίου εκτός της εργασίας του δεν ενδιαφέρουν το μελλοντικό εργοδότη. Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το βιογραφικό σημείωμα αποτελεί τον αρχικό τρόπο αυτοπαρουσίασης του υποψηφίου και για αυτό το λόγο χρειάζεται να δοθεί η δέουσα προσοχή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να αυξήσει τις πιθανότητες – εν μέσω μιας δύσκολης εποχής – να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό, την εύρεση δηλαδή της επιθυμητής εργασίας. Αναδημοσίευση από την εφημ. “Εργασία τώρα”, Αρετή Δρακάκη (20/04/2013)

The post Βιογραφικό σημείωμα: Το εργαλείο “Marketing” του υποψηφίου appeared first on Αρετή Δρακάκη.

Read more 0 Comments